Δημοσιεύματα στον τοπικό Τύπο μιας άλλης εποχής …

Πώς είδε ένας περιπατητής τη Μονή της Αγίας Ειρήνης, την άνοιξη του 1928; Πώς καταγράφονται οι εντυπώσεις των εκδρομέων ή των προσκυνητών στον εορτασμό της Μονής, τη δεκαετία του 1940;
Ξεφυλλίζοντας τον ανδριακό Τύπο, του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, βλέπουμε ότι η εγκαταλελειμμένη τότε Μονή της Αγίας Ειρήνης, εντυπωσιάζει τον επισκέπτη, αν και ερειπωμένη…
ΣΤΗΝ «ΑΓΙΑΝ ΕΙΡΗΝΗ» (το 1928)

Mobirise

Εφημερίδα ‘’ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ’’ φ. 99, 8 Σεπτεμβρίου 1928

Το βραδάκι ξεκινήσαμε απ’ το χωριό για την Αγίαν Ειρήνη, το ερειπωμένο μοναστήρι πάνω απ’ τα’ Αποίκια, πηδώντας τα τρόχαλα των αρχέγονων δρόμων, ανάμεσα σε δύο αγριοχτισμένους τοίχους. Διατείνονται γι’ αυτούς πως κλείνουν κάποια ποίηση, εγώ λέω, είναι ευεργετικοί αφού κρύβουν τη λυπηρή κατάσταση των δρόμων.

Ας είναι, ας υποθέσουμε πως σκαρφαλώνουμε τις Άλπεις κι’ ας ονειρευτούμε κάτω μας σαν άλλοι Αννίβαι τη Γαλατία και τους Ρωμαίους τους αιωνίους ρωμηούς μάλλον να μας περιμένουν για να μας γδύσουν με την αισχροκέρδεια, και την νωθρήν αδιαφορία και την αστιμαρισιά να πουλούν ψωμί αρτυσμένο με… 

πετρέλαιο ενώ ο αστυνομικός σταθμάρχης βλέπει όνειρα… Και προχωρούμε… Το ευτύχημα εδώ είναι η θαυμάσια συντροφιά, αν έλειπεν αυτή, η πλήξη θα ήταν απέραντη, όσο κι’ αν τ’ Αποίκια είναι Ελληνική Ελβετία και επίγειος Παράδεισος, μα μόνος του κανείς ούτε και στον παράδεισο τον αληθινό…

 Το ότι είναι Παράδεισος μόνον ένας στερειμένος κάθε καλαισθητικού συναισθήματος θα μπορούσε να αμφισβητήσει ή κάλλιον ένας που δεν ανέβηκε στην αγίαν Ειρήνη και δεν είδε κάτω του την καταπράσινη φύση να οργά περιζώνοντας τάσπρα, τα κάτασπρα σπιτάκια, που λογιάζουν προβατάκια στη βοσκή ή πεντακάθαρ’ ασπρόρρουχα της νοικοκυράς φύσης, πλυμέν’ απ’ της Σάριζας το νερό κι’ απλωμένα στον ήλιο πάνω στα πράσινα κλαδιά.

 Όσο ανεβαίνομε μικρό, μικρό ξεπροβάλλει το φανάρι του Τουρλίτη μεσ’ στην απεραντοσύνη της θάλασσας, κι’ ύστερα η θυμωμένη κεφαλή του κάστρου ενώ…»κίτρινα ρόδα ζώνουν το βουνό» κατά τον ποιητή.

Ένας περιποιητικότατος μουλαροκαβαλλάρης μας προσφέρει το κεχριμπάρι ενός πελώριου τσαμπιού ροζακιού σταφυλιού, και η προνοητικότατη δεσποινίς της συντροφιάς μας το μοιράζει, αν κι’ όχι μ’ αμερόπληπτη δικαιοσύνη αφού στηριζόμενη στο «ο τελευταίος ή χαμένος ή κερδισμένος» προνόησε να μείνει… τελευταία…

 … και φθάνομε… Τείχη μουντά, ψηλά, σαν κάστρα περιζώνουν την περιστέραν εκκλησιά, με το χηρεμένο από καμπάνα καμπαναριό. Μια στρογγυλή στοά μας μπάζει στον περίβολο με τις στολισμένες μικροδάφνες, με τη βρυσούλα που κυλά το μουσικό νερό της και την καρυδιά, που σκεπάζει την πρόχειρην υπαίθρια τραπεζαρία – δυό κορμοί δέντρων, καθίσματα, δυό πέτρες ίσιες μακρυές, το τραπέζι…

 Μπαίνουμε στην όμορφην εκκλησιά, κι’ αφού ανάψαμε τα καντήλια, ψάλλαμε, ότι θυμόμαστε από εκκλησιαστικά.

 Μόλις βγήκαμ’ απ’ την εκκλησιά την προσοχή μας τραβά η κλεισμένη πόρτα του μόνου οπωσδήποτε αβούλιαχτου κελλιού, σπρώχνουμε, μπαίνουμε… με τι δικαίωμα; Ε δε βαριέστε «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει». Η τυπική δεσποινίς προτείνει να διαβάσουμε την περικοπή που αναφέρεται αυτό, προς εξιλασμόν, αλλά το αναβάλλομεν και επιδιδόμεθα εις την εξερεύνησιν, εφ’ όσον ο ευτραφής κύριος, διατείνεται ότι μπορεί να καταβροχθίσει και … ένα Μάλμγκριν, αλλ’ αλοίμονο, τίποτε, ένα μπρίκι και καφεκούτια κι’ ένα τηγάνι….

 Του αφήνουμε κάποιο φιλοδώρημα να το βρη σα θα γυρίσει, έτσι για να εξιλεωθούμε, αφού το επιθυμεί η συνοδοιπόρος μας και πέρνουμ’ ανάποδα το δρόμο γυρνώντας το φεγγάρι, ένα μισό φεγγάρι μας φωτίζει….

                                 Και το φεγγάρι, τάλληρο

                                 που έρριξ’ ο μέθυσος Θεός

                                 στο μπεζαχτά του απείρου

 Μόνο που είναι μισό, ε ίσως κανένα εσωτερικό δάνειο – παρά λίγο να πω δάγκειο- το μισέρωσε ξέρω γω, αφού «οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους» γιατί όχι και οι πλανήτες παρακαλώ;

 Απέραντη η ποίηση της νυκτερινής επιστροφής, μόνο προς το τέρμα ρουτούμε μέσα σε κάτι σκορπισμένα νερά του δρόμου κι’ έρχεται η συζήτησις στο ρουτώ και εμβαπτίζομαι, στον ρεβάμμενον σίδηρον και στις ονωμασιές των μετάλλων, ορείχαλκο ψευδάργυρο και … στους γκαζοντενεκέδες… Ε βέβαια, είχαμε μπη πια στο χωριό!...

                                                       Αύγουστος 23, 1928

                                                                     ΝΙΚΟΣ ΔΕΛΑΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΣ


Η πανήγυρις της Αγίας Ειρήνης

Mobirise

Την Δευτέραν, 6ην τρεχ., επανηγύρισεν η αρχαία Ιερά Μονή της Αγίας Ειρήνης, έξωθεν των Αποικίων, εις την οποίαν συνέρρευσε πολύς κόσμος από τα γύρω χωρία και από την Χώραν.

Εφημερίδα ‘’ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ’’ φ. 634, 9 Μαΐου 1940 

ΜΙΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

ΕΝΑ ΜΗΝΑ ΣΤΗΝ ΑΞΕΧΑΣΤΗΝ ΑΝΔΡΟΝ

Mobirise

Εφημερίδα ‘’ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ’’ φ. 727, 2 Απριλίου 1948 

Mobirise
Mobirise

… Πήρα τον δρόμο τον πλακόστρωτο με τις φυτρωμένες πρασινάδες στις προεξοχές και τράβηξα πέρα για το Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου. Σε λίγο βγαίνω στην ανηφοριά την άκρη του χωριού. Από δω υπέροχα, βλέπεις την Χώρα που δεσπόζει σαν τεράστιο κύτος, απλωμένη απάνω στην προεξοχή του βράχου, η εκκλησιά της Κοιμήσεως κτισμένη σε περίοπτη θέσι δεσπόζει με το ωραιότατο σχήμα της ψηλά στην μέση του βράχου. Περνώ ανάμεσα σε κτήματα σε δρομάκια κτισμένα σπαρμένα με καταπράσινους θάμνους και φτάνω στο παλιό ερειπωμένο Μοναστήρι της Αγίας Ειρήνης. Τα κελιά του έχουν μισογκρεμιστή απ’ τον καιρό, διαβαίνω την ανοιχτή πέτρινη πύλη του, μια όμορφη πηγή χύνει τα νερά της ψιθυρίζοντας γλυκά στην ήρεμη γαλήνη του τόπου, καρδερίνες κελαϊδούν πάνω στα ψηλά σκήνα. Μπαίνω στην εκκλησιά που σώζεται σε καλή κατάστασι και θαυμάζω το κάτασπρο μαρμάρινο τέμπλο της, η εικόνα της Αγίας Ειρήνης με το ασημένιο φωτοστέφανο είνε στολισμένη με λουλούδια απ’ τους χωρικούς, πολλά τάμματα κρέμονται στη σειρά κάτω της και κουδουνίζουν ελαφρά στο φύσημα του αέρα με το άνοιγμα της πόρτας. Φεύγω γοητευμένος απ’ το τοπίο και προχωρώ ανάμεσα σε ρίκια και σκήνα, ώσπου ατενίζω από μακρυά το Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου….

Η εορτή της Αγίας Ειρήνης


Οι καλές ανοιξιάτικες μέρες τραβούν συνήθως πολύν κόσμο στις εξοχές. Τα υπαίθρια εξοχικά πανηγύρια με την γραφικότητά τους, την ομορφιά τους, είναι οι καλύτεροι «κράχτες» πολλών εκδρομών που πραγματοποιούνται σ’ αυτά.
Έτσι και η εορτή της Αγίας Ειρήνης συνεκέντρωσε στο ομώνυμο Μοναστήρι έξω από τ’ Αποίκια πολλούς Χωραΐτες, Αποικιανούς και Στενιώτες που συνεδύασαν «το τερπνόν μετά του ωφελίμου». Έμειναν εκεί μέχρι τ’ απόγευμα και πέρασαν ξένοιαστες και ευχάριστες ώρες μέσα στο ερειπωμένο Μοναστήρι με το δροσερό και θαυμάσιο νερό της πηγής του και τα σκιερά δένδρα του.
Η συνέχεια έπειτα στ’ Αποίκια. Μια σχολικά παράστασις με πλούσιο και πατριωτικό περιεχόμενο, διωργάνωσε το ίδιο βράδυ ο καλός και δραστήριος διδάσκαλος των Αποικίων κ. Ζ. Παπανδρέου με συμπαρασυάτας την καλήν επίσης διδασκάλισσα του χωριού κ. Ειρήνην Μπάλκα και την Σχολική Εφορεία. Σ’ αυτήν έλαβαν μέρος 35 μαθηταί και μαθήτριαι του σχολείου, το δε πρόγραμμα περιελάμβανε ένα μικρό πατριωτικό δράμα, κωμικά σκετς και διαλόγους, απαγγελίας ποιημάτων, πατριωτικά τραγούδια, εικόνες, όπως τη «στέψι του Ηρώου των Πεσόντων» και το «Παραμύθι της Σμύρνης» κλπ.

Mobirise

Εφημερίδα ‘’ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ’’ φ.776, 18 Μαΐου 1949

Όλα τα παιδιά έπαιξαν τους ρόλους των επιτυχημένα, αν λάβουμε υπ’ όψι την μικρή τους ηλικία. Απ’ αυτά ξεχώρισαν μερικά, τα μεγαλύτερα : Οι Α. Φραγκέτης, Π. Μπέης, Ε. Πολέμης κι’ από τας μαθητρίας αι Ζ. Μανδαράκα, Μ. Λύκου, Ε. Χίου, Φ. Βαλμά και Α. Πολέμη.

Τη παράσταση παρηκολούθησε ο Διοικητής του Αστυνομικού Σταθμού πόλεως Άνδρου μετά της οικογενείας του, οι ιερείς, ο Πρόεδρος και το Κοιν. Συμβούλιον Αποικίων, ένα τιμημένο παληκάρι ο λοχίας Χαρ. Μηλίτσης τραυματίας του Γράμμου και πολύς κόσμος από τ’ Αποίκια και τις Στενιές.

Με τον Εθνικόν ύμνον που εψάλη από τους μικρούς μαθητάς και τας ευχαριστίας κατόπιν του κ. Παπανδρέου, έκλεισε η ωραία αυτή σχολική εορτή.


Make a web page with Mobirise